Ο μύθος της μικρής σαύρας που δεν καθότανε σ’ένα μέρος

Έντεχνη δράση άρθρο ψυχοθεραπείας

Μια φορά κι έναν καιρό....

……. ήταν μια μικρή, αεικίνητη σαύρα.Και ξέρετε ότι οι σαύρες έτσι κι αλλιώς συνέχεια τρέχουν. Αυτή όμως, δεν τη χωρούσε ο τόπος.Υπερκινητική, όσο χίλιες σαύρες! Άλλωστε και οι γονείς της ανησυχούσαν πολύ. Νόμιζαν ότι ήταν νευρικό, ένα είδος αρρώστιας.

Ότι έπρεπε να πάνε την κόρη τους στο σαυρο-γιατρό ή στους «σαυρο-ψυχιάτρους». Με δυο λόγια, είχαν μείνει τελείως καθηλωμένοι, δηλαδή συγκλονισμένοι, ανήσυχοι, ακίνητοι. Πράγμαπου για τις σαύρες είναι μεγάλη υπόθεση. Η μικρή σαύρα συνέχιζε να κινείται πολύ, να δίνει χτυπήματα με την ουρά της παντού, να κλωτσάει τα πάντα, να σκαρφαλώνει όπου να ’ναι, να δίνει πήδους, πράγμα που για μια σαύρα είναι κατόρθωμα!!! Αυτό που δεν ήξεραν οι γονείς της, είναι ότι η μικρή σαύρα ήταν γεμάτη αμφιβολίες. Τρέχοντας έτσι δεξιά κι αριστερά,
έψαχνε την αλήθεια της.

Έψαχνε να μάθει αν οι γονείς της ήταν πραγματικά οι γονείς της. Φυσικά, στη γλώσσα που μιλάνε οι σαύρες, τους φώναζε μπαμπά και μαμά, αλλά κατά βάθος, πολύ βαθιά κρυμμένη, υπήρχε αυτή η αμφιβολία.
«Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου είναι άραγε οι αληθινοί μου γονείς ;».
Μ’ αυτή την υπερκινητικότητα, προσπαθούσε να αποδείξει ότι δεν ήταν σαν τις άλλες σαύρες της οικογένειάς της. Εκείνοι, δεν έτρεχαν έτσι, δεν πηγαινοέρχονταν με τον ίδιο τρόπο, δεν ήταν τόσο νευρικοί; 

Εκείνοι… Όπως καταλάβατε, αυτή η μικρή σαύρα ήταν πραγματικά ξεχωριστή. Γύρευε την αλήθεια της προς όλες τις  κατευθύνσεις. Ήθελε να καταλάβει από πού ερχόταν. Γι’ αυτό και βολόδερνε δεξιά και αριστερά. Δεν ξέρω αν κάποια μέρα τολμήσει ο καθένας από τους δυο γονείς της να της μιλήσει για τον εαυτό του.

 

Αν, για παράδειγμα, τολμήσει ο μπαμπάς της να της πει:​

– Εγώ σε βλέπω σαν κόρη μου και νιώθω αληθινά πατέρας σου.
Αν θα τη σφίξει στην αγκαλιά του και τη βάλει ν’ ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του, ψιθυρίζοντας της, για να τ’ ακούσει μόνο εκείνη:
– Εκεί, ακούς την καρδιά μου, ακούς τι σου λέει, πλησίασε, πλησίασε κι άλλο, ακούς; Κι η μικρή σαύρα, βάζοντας τ’ αυτί της στην καρδιά του μπαμπά της, θα ακούσει: «Ό,τι και να γίνει, θα είμαι πάντα ο μπαμπάς σου, ό,τι και να γίνει, ακόμα κι όταν θα ’χεις μεγαλώσει, ακόμα κι όταν θα ’χεις φύγει από το σπίτι, θα είμαι πάντα ο μπαμπάς σου».

 

Άραγε η μαμά της θα τολμήσει να την πάρει στην αγκαλιά της και να της πει:

– Κάθε πρωί, πριν χωρίσουμε για να πας στο σχολείο, θα φουλάρουμε στοργή οι δυο μας, θα στεκόμαστε όρθιες, σφιχταγκαλιασμένες, ακίνητες. Έτσι, σφιχτά η μια στην αγκαλιά της άλλης , εσύ κι εγώ, θα φουλάρουμε στοργή για να αντέχουμε όλη την ημέρα, περιμένοντας να ειδωθούμε… το βράδυ. Δεν ξέρω αν θα κάνει ο καθένας τους ένα βήμα, με τον τρόπο του, για να επιβεβαιώσουν στην κόρη τους ότι πράγματι είναι κόρη τους. Διότι μάλλον δεν ξέρετε ότι αυτή η αμφιβολία βασανίζει πολλά παιδιά… σαυράκια, κι είναι μια αμφιβολία που λέγεται: το μυστήριο της καταγωγής. Έτσι τελειώνει προς το παρόν ο μύθος της μικρής σαύρας που δεν τη χωρούσε ο τόπος.

Από το βιβλίο Μύθοι που θεραπεύουν, μύθοι που εκπαιδεύουν .

Σχετικά Άρθρα

Scroll to Top